σαυλοπρωκτιᾶν

σαυλοπρωκτιᾶν
σαυλοπρωκτιάω
walk in a swaggering way
pres part act masc voc sg (doric aeolic)
σαυλοπρωκτιάω
walk in a swaggering way
pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic)
σαυλοπρωκτιάω
walk in a swaggering way
pres part act masc nom sg (doric aeolic)
σαυλοπρωκτιᾶ̱ν , σαυλοπρωκτιάω
walk in a swaggering way
pres inf act (epic doric)
σαυλοπρωκτιάω
walk in a swaggering way
pres inf act (attic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σαυλοπρωκτιώ — άω, Α περπατώ κουνώντας τα οπίσθιά μου, βαδίζω καμαρωτά και κουνιστά («καὶ μὴν προθυμοῡμαί γε σαυλοπρωκτιᾱν», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < σαῦλος «αβρός, τρυφερός» + πρωκτός + επίθημα ιῶ] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”